h1

Μύθοι και πραγματικότητα

December 9, 2007

Οι ιστορίες της θάλασσας που έχω ζήσει και διηγηθεί κατά καιρούς, τις περισσότερες φορές καταλήγουν μύθοι. Πολύς κόσμος τις έχει οικειοποιηθεί, τις έχει μεταλλάξει, τις έχει κάνει καλύτερες, τις έχει μεταδώσει, τις έχει διογκώσει, και τελικά, έχουν καταλήξει κάτι τελείως διαφορετικό, και συχνά πολύ πιο ενδιαφέρον από την αρχική ιστορία. Δεν θα σας διηγηθώ μία τέτοια ιστορία σήμερα, που πολύ πιθανό να την έχετε ακούσει από κάποιον άλλο λίγο διαφορετική, και να νομίσετε ότι σας κοροϊδεύω…

Την ιστορία που θα σας διηγηθώ σήμερα, δεν την έχω διηγηθεί ποτέ σε κανένα. Μάλλον ήταν πολύ όμορφη, για να αφήσω να γίνει ένας ακόμα μύθος…

Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν πριν από 53 χρόνια, όταν εγώ με την παρέα μου κάναμε τα πρώτα μας ιστιοπλοϊκά βήματα, αμέσως μετά την απόκτηση του διπλώματος ανοιχτής θαλάσσης. Εγώ ήμουν 22 χρονών, και οι 3 φίλοι που ήταν μαζί μου, όλοι σε ανάλογες ηλικίες. Όντας η μόνη κοπέλα στην παρέα, απολάμβανα τη διακριτική προστασία των φίλων μου, όπως θα έκανε κάθε σωστός καπετάνιος… Έτσι, με τις ευχές των καθηγητών ιστιοπλοΐας, και την προστασία του θεού της νεανικής τρέλας, ξεκινήσαμε με ένα ιστιοφόρο από το Ηράκλειο, με προορισμό τη Σαντορίνη. Ήταν από τα πιο δημοφιλή δρομολόγια για νέους καπετανέους (μας άρεσε αυτή η φράση) του Ηρακλείου, και είπαμε να ακολουθήσουμε και εμείς τα χνάρια των παλαιών καπετανέων, ελπίζοντας πως υπάρχει κάποια νεράιδα στα μισά αυτής της διαδρομής, που μετατρέπει τους νέους ιστιοπλόους που συναντάει σε μεγάλους θαλασσόλυκους.

Ακολουθώντας όλα τα κλισέ του ταξιδιού, ξεκινήσαμε κατά τις 9 το βράδυ, με στόχο να έχουμε φτάσει το πρωί. Ο αέρας δεν ήταν πολύ δυνατός, αλλά ήταν αρκετός να μας δώσει μια καλή ταχύτητα, και ταυτόχρονα να μας αφήσει να απολαύσουμε τη διαδρομή. Το ταξίδι ξεκίνησε με πολύ κέφι και πολύ τραγούδι, και όλα έδειχναν ότι θα συνεχιζόταν έτσι μέχρι να μπούμε περήφανοι στο λιμάνι του προορισμού μας.

Είχαμε φτάσει κάπου στο ένα τρίτο της διαδρομής. Δεν είχε καθόλου ομίχλη, ούτε φεγγάρι, και είχαμε την εντύπωση ότι είχαν βγει ταυτόχρονα όλα τα αστέρια που είχαμε δει κατά καιρούς στη ζωή μας. Αυτό μας έδινε και τη βεβαιότητα ότι σύντομα θα φτάναμε σε εκείνο το ιδιαίτερο σημείο του ταξιδιού, που μπορεί κανείς να δει την ίδια στιγμή, τα φώτα τόσο του Ηρακλείου, όσο και της Σαντορίνης, και που πολλοί το περιμένουν με αγωνία για να μπορέσουν, για μια φορά, να θαυμάσουν από μακριά και τις δύο πόλεις ταυτόχρονα, ενώ άλλοι απλώς ανακοινώνουν ότι το ταξίδι τους έχει φτάσει στη μέση…

Πριν, όμως, φτάσουμε σε εκείνο το σημείο, συνέβη κάτι αρκετά ασυνήθιστο. Κάτι που για έναν έμπειρο καπετάνιο είναι τόσο ασυνήθιστο, ώστε να επιστρατεύσει ότι ηλεκτρονικά όργανα έχει στο σκάφος, να μιλήσει με άλλους έμπειρους καπετάνιους από τον ασύρματο, πιθανόν να γυρίσει και πίσω… Για εμάς, ήταν απλώς κάτι κάπως περίεργο. Αυτό που συνέβη, ήταν ότι η πυξίδα απόκλινε αρκετά προς τη Δύση. Αυτό δεν έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά σε διάστημα περίπου 2-3 λεπτών, δίνοντας μας το χρόνο να το παρακολουθήσουμε.

Ενώ, λοιπόν, ακολουθούσαμε την ίδια πορεία με βάση τον αέρα, η πυξίδα μας έλεγε ότι έχουμε αλλάξει πορεία. Ως παιδιά των θετικών επιστημών, όμως, έπρεπε να ακολουθήσουμε τα δεδομένα. Και τα δεδομένα έλεγαν, ότι πρέπει να αλλάξουμε την πορεία μας προς τη Δύση. Εκ των υστέρων, δε μπορώ να ξέρω πόσο πολύ άλλαξε η πορεία μας, αφού η πυξίδα δεν έδειχνε, πλέον, προς το βορρά, όμως, απ’ όσο θυμάμαι την αλλαγή στη θέση των φώτων του Ηρακλείου (κάτι που, παρόλο το θετικό μυαλό μας, δε μας προβλημάτισε ούτε στιγμή), πρέπει να γυρίσαμε περίπου 40-50 μοίρες προς τα δυτικά. Απόκλιση αρκετή ώστε να μας βγάλει σε τελείως άλλο σημείο από τον αρχικό μας προορισμό, αλλά επίσης αρκετή ώστε να κάνει το ταξίδι μας ακόμα πιο άνετο, αφού μας επέτρεψε να κρατήσουμε πιο ανοιχτή πλεύση. Συνεχίσαμε, λοιπόν, να ακολουθούμε την πορεία μας, που σύμφωνα με την πυξίδα, ήταν ακόμα στις 5 μοίρες.

Μετά από λίγα λεπτά, είχαμε ξεχάσει το συμβάν, και με την καθησυχαστική σκέψη ότι απλώς μπερδευτήκαμε και αποκλίναμε από την αρχική μας πορεία λόγω της απειρίας μας, συνεχίσαμε με το ίδιο κέφι όπως και πριν. Η ώρα είχε πάει 2:30, και οι δύο από τους τέσσερις καπετανέους είχαν αρχίσει να νυστάζουν. Εγώ ανήκα στους άλλους δύο. Έτσι, αποφασίσαμε να κάνουμε δύο βάρδιες, να πάνε οι δύο να κοιμηθούν, και να τους ξυπνήσουμε μετά από μερικές ώρες, για να πάμε εμείς να κοιμηθούμε. Συνεχίσαμε δύο άτομα, κάνοντας λιγότερη φασαρία απ’ ότι πριν, αλλά απολαμβάνοντας ακόμα περισσότερο την ομορφιά της νύχτας. Είχα αναλάβει εγώ το τιμόνι, και για αρκετή ώρα, δε μιλούσαμε, απλώς απολαμβάναμε τους ήχους της θάλασσας. Μετά από λίγο, κατάλαβα ότι ήμουν η μόνη ξύπνια πάνω στο σκάφος.

Δε με απασχόλησε και πολύ, έτσι και αλλιώς το ταξίδι ήταν ήσυχο, ο καιρός καλός, και το τιμόνεμα εύκολο. Μέσα σε διάστημα περίπου 20 λεπτών, αργά αλλά με σταθερό ρυθμό, ο αέρας έπεσε πάρα πολύ, η θάλασσα γινόταν συνεχώς όλο και πιο ήσυχη, και το σκάφος ερχόταν σε όλο και πιο όρθια θέση. Παρόλα αυτά, ούτε τα πανιά έδειχναν να θέλουν διόρθωση, ούτε είχαμε χάσει καθόλου ταχύτητα, κάτι που για άλλη μια φορά δε με παραξένεψε καθόλου, και κάτι που για άλλη μια φορά θα το χρεώσω στην απειρία μου. Όταν, πλέον, η θάλασσα είχε γίνει σχεδόν λάδι, υπήρχε ελάχιστος αέρας, το σκάφος είχε έρθει σε όρθια θέση, αλλά συνεχίζαμε να πηγαίνουμε με αρκετά μεγάλη ταχύτητα, αποφάσισα επιτέλους να ξυπνήσω τον φίλο μου που είχε αποκοιμηθεί στο κατάστρωμα, να του δείξω αυτό το περίεργο φαινόμενο.

Η φωνή μου δεν τον ξύπνησε, ούτε την πρώτη ούτε τη δεύτερη φορά, οπότε τον πλησίασα όσο μου επέτρεπε η επαφή που έπρεπε να κρατάω με το τιμόνι, και τον σκούντησα. Καμία αντίδραση. Ανησύχησα, και τον σκούντησα πιο δυνατά, φωνάζοντάς του ταυτόχρονα, αλλά συνέχιζε να έχει αυτό το γαλήνιο ύφος του ανθρώπου που έχει αποκοιμηθεί μέσα σε ένα υπέροχο περιβάλλον. Και εκείνη τη στιγμή, ήταν που για πρώτη φορά σε αυτό το αλλόκοτο ταξίδι, άρχισα να συνειδητοποιώ τα παράξενα που έχουν συμβεί. Την αλλαγή πορείας, την αλλαγή στη θέση του Ηρακλείου, την ασυνήθιστη ξαστεριά, την ασυμβατότητα μεταξύ δύναμης αέρα και ταχύτητας του σκάφους… Και πάνω απ’ όλα, την αδυναμία μου να ξυπνήσω το φίλο μου.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την έκλαμψη αυτή στο χαζό μου μυαλό, που άργησε τόσο πολύ να έρθει, ήρθε και μία καθησυχαστική φωνή από πίσω μου, που μου έλεγε ότι δεν πρέπει να τον ξυπνήσω, γιατί βλέπει ένα πολύ όμορφο όνειρο που θα είναι κρίμα να το αφήσει στη μέση… Γυρίζοντας ενστικτωδώς πίσω μου, είδα ότι η φωνή ερχόταν από μέσα από τη θάλασσα. Άφησα το τιμόνι, έτσι και αλλιώς πάνω στην αναστάτωσή μου πιο πιθανό ήταν να χαλάσω την πορεία μας, παρά να τη διατηρήσω… Παρόλα αυτά, το σκάφος συνέχισε στην ίδια πορεία που ακολουθούσαμε τις τελευταίες ώρες. Πλέον, δε μου έκανε καμία εντύπωση.

Έγειρα προς τη θάλασσα. Το μόνο που φαινόταν, ήταν ένα κοπάδι ψάρια που κολυμπούσαν πλάι στο σκάφος. Κι όμως, η φωνή ερχόταν από εκεί, από αυτό ακριβώς το κοπάδι. Συνέχισε, καλώντας με να πέσω στη θάλασσα και να ακολουθήσω το κοπάδι. Φυσικά, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, δίστασα. Σε αντίθεση με κάθε λογικό άνθρωπο, απάντησα στα ψάρια, λέγοντας πως δεν εγκαταλείπω τους φίλους μου. Η καθησυχαστική φωνή, που τώρα ήταν ξεκάθαρο πως ερχόταν από το κοπάδι των ψαριών, μου είπε πως οι φίλοι μου θα είναι μια χαρά, πως σύντομα θα επιστρέψω κοντά τους και θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας, και πως έχει να μου δείξει κάτι μοναδικό. Χωρίς να σκεφτώ ότι το «μοναδικό» δε σημαίνει απαραίτητα και καλό (για την ακρίβεια, χωρίς να σκεφτώ γενικότερα), έπεσα στο νερό. Ακούγεται ως τελείως παράλογη κίνηση, αλλά εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν ως η πιο σοφή αντίδραση, αφού θα εξασφάλιζε την ασφάλεια των φίλων μου και τη συνέχεια του ταξιδιού μας, και ταυτόχρονα θα μου έδινε μια «μοναδική» εμπειρία…

Το νερό, παραδόξως, δεν ήταν καθόλου κρύο. Δεν με ενοχλούσε που φορούσα ρούχα, ούτε χρειαζόταν να κολυμπήσω για να σταθώ στην επιφάνεια, και γενικά ήταν τόσο οικείο, σαν να βρισκόμουν ακόμα πάνω στο κατάστρωμα. Θα μπορούσα να πω ότι δεν το ένιωθα καν υγρό. Το κοπάδι των ψαριών άρχισε να κολυμπάει γύρω μου. Δεν ήταν μεγάλα ψάρια, αλλά ήταν πολλά, τόσα ώστε να σχηματίσουν έναν μεγάλο κύκλο. Καθώς κολυμπούσαν με αυξανόμενη ταχύτητα γύρω μου, άρχισε να δημιουργείται μια δίνη, στη μέση της οποίας βρισκόμουν εγώ. Παρόλα αυτά, υπήρχε κάτι το παράξενα ήρεμο στην όλη κατάσταση. Αν και άρχισα να κατεβαίνω πιο χαμηλά, η δίνη μου επέτρεπε να έχω επαφή με τον εξωτερικό αέρα, και να αναπνέω κανονικά.

Μέχρι εδώ, τουλάχιστον το φαινόμενο της δίνης μπορούσα να το εξηγήσω, και έτσι συνέχισα να αναπνέω κανονικά, σαν να ήμουν στην επιφάνεια της θάλασσας. Όμως, συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε όλο και πιο βαθιά. Κοιτώντας προς τα πάνω, τώρα έβλεπα πως η θάλασσα είχε κλείσει πάνω από το κεφάλι μου, αλλά η δίνη είχε μεταφερθεί σε πιο χαμηλά επίπεδα της θάλασσας, διατηρώντας αρκετό από τον εξωτερικό αέρα, και δίνοντάς μου τη δυνατότητα να αναπνέω. Αυτό, δε μπορούσα να το εξηγήσω, αλλά μου αρκούσε που συνέβαινε. Τα ψάρια πλέον κολυμπούσαν με φυσιολογική ταχύτητα, αν μπορεί να βρει κανείς κάτι φυσιολογικό σε αυτή την κατάσταση, πάντα σχηματίζοντας τον ίδιο κύκλο γύρω μου, και διατηρώντας αυτή τη δίνη οξυγόνου.

Μέσα σε μερικά λεπτά, είχαμε φτάσει σε αυτό που μάλλον ήταν ο προορισμός μας. Ένας κόσμος σχεδόν μαγικός, τόσο διαφορετικός από τον επίγειο, κι όμως τόσο προσιτός. Γεμάτος πολύχρωμα φυτά, παράξενα αλλά πανέμορφα ζώα της θάλασσας, προσεκτικά τοποθετημένα σε έναν χώρο που χρυσαφίζει από την άμμο του βυθού, και σε κάθε κίνηση κάποιου από τους μικρούς ενοίκους του, παίρνει μια τελείως διαφορετική, αλλά εξίσου υπέροχη όψη. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, δεν ένιωθα την παραμικρή ανάγκη να εξηγήσω αυτό που έβλεπα γύρω μου, και κατανάλωνα όλη μου την ενέργεια στην προσπάθεια να απορροφήσω όσο γίνεται περισσότερες εικόνες.

Η προσπάθειά μου διακόπηκε από την γνωστή, πλέον, καθησυχαστική φωνή, που αυτή τη φορά ακουγόταν ακόμα πιο φιλική, όντας στο φυσικό της περιβάλλον. Μου μιλούσε για ώρες, δεν ξέρω πόσες. Μου περιέγραφε όλο αυτό τον κόσμο, τη γαλήνια ζωή της θάλασσας, που σε όσους τη βλέπουμε από την επιφάνεια, κάθε άλλο παρά γαλήνια φαίνεται. Τελικά, μου αποκάλυψε το λόγο αυτής της επίσκεψης.

Μου εξήγησε πως θα αγαπήσω τη θάλασσα, με τον τρόπο που την έχουν αγαπήσει και πολλοί άλλοι. Επιφανειακά – και μεταφορικά, και κυριολεκτικά. Θα την προστατεύω όσο μπορώ, θα την επισκέπτομαι συχνά, και θα δεθώ μαζί της σε κάποιο βαθμό, αλλά όχι περισσότερο από ένα παιδί που του αρέσει το κολύμπι. Δε θα γίνω ποτέ μεγάλη καπετάνισσα, εξάλλου δεν υπάρχει καμία νεράιδα στα μισά της διαδρομής Ηράκλειο – Σαντορίνη. Όμως, μετά από μερικά χρόνια, θα κάνω ένα παιδί, που θα δεθεί με το μαγικό αυτό κόσμο, με τον πιο αληθινό και αγνό τρόπο. Θα γεννηθεί μέσα στη θάλασσα, και η ζωή του θα δεθεί με το υγρό στοιχείο. Θα περνάει πολλές ώρες στη θάλασσα, και θα αγαπήσει αυτό τον κόσμο περισσότερο από τον επίγειο, παρόλο που θα αναγκάζεται, για ευνόητους λόγους, να κατοικεί στον επίγειο. Τελειώνοντας, μου είπε πως ήθελε να μου δείξει τη μαγεία αυτού του κόσμου, για να μην αποτραβήξω ποτέ το παιδί μου από αυτό τον κόσμο. Ίσως οι ίδιοι να μην επισκεφθούν ποτέ το παιδί αυτό, αλλά η αγάπη του για τον κόσμο τους θα διατηρήσει αυτή τη μαγεία, και η μαγεία του βυθού θα διατηρήσει την αγάπη του για τη θάλασσα. Και κάπως έτσι, θα συνεχίσουν να υπάρχουν και οι δύο.

Ακόμα, μου εξήγησε πως ήθελε να μου δείξει αυτό τον κόσμο, γιατί θα ξαναβρεθώ μέσα σε αυτόν, την ώρα της γέννας του παιδιού. Και τότε, είναι σημαντικό να τον αποδεχτώ σαν το φυσικό περιβάλλον στο οποίο πρέπει να βρίσκομαι. Να μη φοβηθώ, και μην προσπαθήσω να φύγω.

Η φωνή μου είπε πως δεν πρέπει να μιλήσω σε κανέναν για αυτή την επίσκεψη, ούτε στο ίδιο το παιδί, για τα επόμενα 40 χρόνια. Μετά από 40 χρόνια, είμαι ελεύθερη να πω αυτή την ιστορία σε όποιον θέλω. Ανεβάζοντάς με στην επιφάνεια, ένα από τα ψάρια που εξακολουθούσαν να κολυμπούν γύρω μου, με πλησίασε και μου έδωσε κάτι. Ήταν ένα κομματάκι ελαφρόπετρας, με ένα ψαράκι σκαλισμένο. Η φωνή μου είπε να το κρατάω συνεχώς πάνω μου, σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Και πάλι, όμως, δεν έπρεπε να αποκαλύψω την αλήθεια για την προέλευσή του, για τα επόμενα 40 χρόνια.

Αφήνοντάς με στο σκάφος, είδα ότι, όχι μόνο δεν είχε περάσει ούτε λεπτό από την ώρα που ξεκινήσαμε, αλλά ότι βρισκόμασταν στη σωστή πορεία προς τη Σαντορίνη, στο σημείο που θα έπρεπε να βρισκόμαστε αν δεν είχαμε παρεκκλίνει. Οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν ακόμα. Η φωνή μου είπε πως από εδώ, συνεχίζουμε μόνοι μας το ταξίδι, και τα ψάρια εξαφανίστηκαν στο βυθό. Χάζεψα για λίγα δευτερόλεπτα το σημείο της θάλασσας απ’ όπου είχαν έρθει, μέχρι που το σκάφος άρχισε να αλλάζει πορεία μόνο του, και κατάλαβα ότι δεν ήταν κανένας στο τιμόνι. Έτρεξα να το πιάσω, και εκείνη τη στιγμή ξύπνησε και ο φίλος μου που ακόμα κοιμόταν στο κατάστρωμα, πειράζοντάς με που άφησα το τιμόνι για να χαζέψω τη θάλασσα. Ήμουν εντελώς στεγνή, και τίποτα δε μαρτυρούσε τη νυχτερινή επίσκεψη, παρά μόνο ένα αχνό χαμόγελο που σχηματιζόταν στα χείλη μου χωρίς προφανή λόγο, για τις επόμενες μέρες.

Γυρίζοντας στο Ηράκλειο, ακύρωσα το εισαγωγικό μάθημα κατάδυσης που είχα κανονίσει για λίγες μέρες μετά. Τα πρώτα χρόνια, ήθελα πολύ να πω αυτή την ιστορία σε όλο τον κόσμο. Σιγά-σιγά, άρχισε να σβήνει αυτή η επιθυμία, και η ιστορία άρχισε να γίνεται κάτι δικό μου, προσωπικό, που δε χρειάζεται να ξέρει κανείς. Χρειάστηκαν περίπου 20 χρόνια, για να αρχίσω να καταλαβαίνω τους λόγους που μου έθεσαν τον περιορισμό των 40 ετών. Ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί μια τέτοια ιστορία. Αν την έλεγα, πιθανότατα κανείς δεν θα με πίστευε. Μετά από άλλα 10 χρόνια, πλέον είχε πάψει να με απασχολεί το ότι δεν θα με πίστευαν όσοι άκουγαν αυτή την ιστορία. Τώρα ανησυχούσα γι’ αυτούς που θα με πίστευαν, και που θα επιχειρούσαν να βρουν αυτό τον κόσμο.

Τα τελευταία 13 χρόνια, είμαι ελεύθερη να πω αυτή την ιστορία σε όποιον θέλω. Παρόλα αυτά, είναι η πρώτη φορά που τη διηγούμαι. Το αν βγήκε αληθινό αυτό που μου είπαν τα ψάρια, μπορείτε να το διαβάσετε σε άλλο σημείο του blog, με τον τίτλο «How we found the holly grail» (ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τους συνειρμούς αυτού του παιδιού…). Όσο για τους λόγους που αποφάσισα να διηγηθώ αυτή την ιστορία μετά από τόσα χρόνια… Δεν έχει να κάνει ούτε με την επιθυμία μου να τη μοιραστώ με κάποιον πριν φύγω από τη ζωή, ούτε με κάποια κρυφή ελπίδα ότι ο κόσμος θα σεβαστεί αυτόν το μαγικό κόσμο και θα κατανοήσει τη μοναδικότητά του. Έχει να κάνει απλά και μόνο με το γεγονός, ότι σε αυτό το blog δημοσιεύονται φανταστικές ιστορίες, και όσοι τις διαβάζουν θεωρούν εκ των προτέρων ότι είναι δημιουργήματα κάποιου εύστροφου ή και αργόστροφου εγκεφάλου. Ο μαγικός κόσμος του βυθού είναι ασφαλής.

fish stone

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: